ἀθύρω

ἀθύρω
ᾰθῡρω
a play, perform in play c. acc. cogn.

ξανθὸς δ' Ἀχιλεὺς τὰ μὲν μένων φιλύρας ἐν δόμοις παῖς ἐὼν ἄθυρε μεγάλα ἔργα N. 3.44

b sport with, take delight in

Ὅμηρος αὐτοῦ πᾶσαν ὀρθώσαις ἀρετὰν κατὰ ῥάβδον ἔφρασεν θεσπεσίων ἐπέων λοιποῖς ἀθύρειν I. 4.39


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αθύρω — ἀθύρω (Α) 1. παίζω, διασκεδάζω 2. αστειεύομαι, παίζω 3. παίζω κάποιο όργανο 4. ψάλλω, τραγουδώ, υμνώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται πιθ. στην ΙΕ ρίζα *dhwer που σήμαινε «ορμώ, περιδινώ». Το ελλην. ἀθῡρω σχηματίζεται από τη μηδενισμένη βαθμίδα τής ρίζας… …   Dictionary of Greek

  • ἀθύρω — ἄθυρος withoutdoor masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἄθυρος withoutdoor masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) ἀθύ̱ρω , ἀθύρω play pres subj act 1st sg ἀθύ̱ρω , ἀθύρω play pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθύρῳ — ἄθυρος withoutdoor masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθῦρον — ἀθύρω play pres part act masc voc sg ἀθύρω play pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθύρετε — ἀ̱θύ̱ρετε , ἀθύρω play imperf ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀθύ̱ρετε , ἀθύρω play pres imperat act 2nd pl ἀθύ̱ρετε , ἀθύρω play pres ind act 2nd pl ἀθύ̱ρετε , ἀθύρω play imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄθυρον — ἄθυρος withoutdoor masc/fem acc sg ἄθυρος withoutdoor neut nom/voc/acc sg ἄ̱θῡρον , ἀθύρω play imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἄ̱θῡρον , ἀθύρω play imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἄθῡρον , ἀθύρω play imperf ind act 3rd pl (homeric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄθυρε — ἄθυρος withoutdoor masc/fem voc sg ἄ̱θῡρε , ἀθύρω play imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἄθῡρε , ἀθύρω play pres imperat act 2nd sg ἄθῡρε , ἀθύρω play imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσαθύροντα — προσαθύ̱ροντα , πρόσ ἀθύρω play pres part act neut nom/voc/acc pl προσαθύ̱ροντα , πρόσ ἀθύρω play pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθυρόντων — ἀθῡρόντων , ἀθύρω play pres part act masc/neut gen pl ἀθῡρόντων , ἀθύρω play pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθύροισιν — ἄθυρος withoutdoor masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἀθύ̱ροισιν , ἀθύρω play pres part act masc/neut dat pl (doric aeolic) ἀθύ̱ροισιν , ἀθύρω play pres ind act 3rd pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθύροντα — ἀθύ̱ροντα , ἀθύρω play pres part act neut nom/voc/acc pl ἀθύ̱ροντα , ἀθύρω play pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”